Μηλιά Μετσόβου: Ένας Πολιτισμικός Θησαυρός στην Πίνδο
Η Μηλιά Μετσόβου είναι ένα παραδοσιακό βλαχοχώρι που δεσπόζει σε υψόμετρο 1.200 μέτρων στην επιβλητική Πίνδο. Αν και συχνά βρίσκεται στην επικαιρότητα εξαιτίας των δύσκολων καιρικών συνθηκών, του μακρού χειμώνα και της κοντής διάρκειας του καλοκαιριού, η Μηλιά είναι ένας τόπος με πλούσιο πολιτισμό και αυθεντική παράδοση.
Τα καλντερίμια, τα πέτρινα σπίτια, οι ιστορικές εκκλησίες και η ζωντάνια των ανθρώπων του έχουν πολλές μικρές ιστορίες να μας διηγηθούν, προβάλλοντας έτσι την εντόπια κουλτούρα. Η καθημερινότητα του καθενός είναι γεμάτη ζωτικότητα, και στους δρόμους του χωριού αντηχούν γεμάτες χαρά παιδικές φωνές. Όπως τόνισαν οι κάτοικοί του, η Μηλιά έχει παρελθόν, παρόν και προοπτική μέλλοντος.
Μόλις 17 χιλιόμετρα από το Μέτσοβο, η Μηλιά υποδέχεται τους επισκέπτες της με ζεστασιά. Ένα χαρακτηριστικό φουγάρο που καπνίζει από το παραδοσιακό καφενείο, με κλειστά παράθυρα λόγω του τσουχτερού κρύου, επιβεβαιώνει την παρουσία της ζωής μέσα στα βουνά. Στο εσωτερικό, μια μαντεμένια σόμπα, παλιακά τραπέζια και καρέκλες, καθώς και ένα τζουκ μποξ στην γωνία, συνθέτουν ένα ζεστό και φιλόξενο περιβάλλον, όπου το τσίπουρο συνοδεύεται από μεζεδάκια και γελαστά πρόσωπα που μοιράζονται ιστορίες της μικρής τους κοινωνίας.
Η Ιστορία της Μηλιάς και η Ονομασία Αμέρου
Η Μηλιά είναι γνωστή και ως Αμέρου, όνομα προερχόμενο από τη βλάχικη γλώσσα. Όπως μας πληροφορεί ο αντιδήμαρχος Μετσόβου, Θοδωρής Σιώτας, η ονομασία έχει τις ρίζες της σε μια μηλιά που βρισκόταν δίπλα σε ένα χάνι, το οποίο εξυπηρετούσε τους ταξιδιώτες της παλαιάς Εγνατίας οδού. Η μηλιά αυτή έγινε το σημείο αναφοράς για τους κατοίκους και έδωσε το όνομά της στο χωριό.
Οι Μηλιώτες είναι ιδιαίτερα φιλόξενοι και πρόθυμοι να μοιραστούν πληροφορίες για το χωριό, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέος παραδοσιακός οικισμός. Η τέχνη της ξυλογλυπτικής διατηρείται από γενιά σε γενιά και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας του χωριού. Ο κ. Δημήτρης Κυργοτάσης, πρώην πρόεδρος του χωριού, ανήγγειλε ότι σε κάθε σπίτι υπάρχουν εργαστήρια ξυλογλυπτικής, με σπουδαίους τεχνίτες που δημιουργούν περίφημα ξυλόγλυπτα, τα οποία κατακτούν την ελληνική αγορά.
Η Εκκλησία του Αγίου Νικολάου
Στην αρχή του χωριού, οι επισκέπτες αντικρύζουν δύο εκκλησίες: την επιβλητική Παναγία και τη μικρότερη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, πολιούχου της Μηλιάς. Η εκκλησία φαίνεται να χτίστηκε στο τέλος του 17ου αιώνα και σύμφωνα με την τοπική παράδοση, οι κάτοικοι γιορτάζουν τον προστάτη τους κάθε 20 Μαΐου, ημέρα που αρχίζει η υλοτομική περίοδος. Ιστορικά, οι κάτοικοι από γειτονικά χωριά πηγαίνουν με τα πόδια για να προσκυνήσουν.
Ο κύριος Σιώτης μας επεσήμανε μια σημαντική πτυχή της ιστορίας του ναού: κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, οι ναζί έκαψαν τα περισσότερα σπίτια του χωριού και φυλάκισαν γυναίκες και παιδιά μέσα στην εκκλησία για μία εβδομάδα. Με τη βοήθεια του Αγίου Νικολάου και του λαδιού από τα καντήλια, μπόρεσαν να επιβιώσουν.
Το Λαογραφικό Μουσείο και οι Καταρράκτες Μπουλουβάρου
Στο χωριό υπάρχει το Λαογραφικό Μουσείο, ένα απλό πέτρινο κτήριο που προσφέρει μια ματιά στην καθημερινότητα των κατοίκων από παλαιότερες εποχές. Εκεί, οι επισκέπτες μπορούν να θαυμάσουν παραδοσιακά υφαντά, μαξιλάρια, εργαλεία για το δάσος και άλλες αντικείμενα που θυμίζουν τη ζωή πριν από τη βιομηχανική εποχή.
Μόλις 3 χιλιόμετρα από το χωριό, στον δρόμο προς την Κρανιά Γρεβενών, βρίσκονται οι καταρράκτες Μπουλουβάρου. Η ελκυστική φυσική ομορφιά αυτού του σημείου, σε συνδυασμό με το τρεχούμενο νερό που υπερχείλει και δημιουργεί λιμνούλες, προσφέρει μοναδικές στιγμές δροσιάς κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.
Η Αρκούδα: Η Μασκότ της Μηλιάς
Μια αρκούδα, βαλσαμωμένη και τοποθετημένη σε ένα μικρό γυάλινο σπιτάκι, είναι το σημείο αναφοράς του χωριού. Η ιστορία της χρονολογείται από το 1992, όταν ένας κτηνοτρόφος βρήκε ένα δηλητηριασμένο αρκουδάκι και οι κάτοικοι του χωριού, προσπαθώντας να το σώσουν, αποφάσισαν τελικά να το βαλσαμώσουν ποιητικά, διασφαλίζοντας την παρουσία του ως μασκότ του τόπου.
Μετά την επίσκεψη στη Μηλιά, ο επισκέπτης μπορεί να συνεχίσει την πορεία του μέσω του παλιού δρόμου προς Καλαμπάκα, περνώντας μέσα από ένα εντυπωσιακό φυσικό τοπίο με ελατοσκέπαστες πλαγιές και πηγές οξυγόνου, ακολουθώντας τις πινακίδες που οδηγούν προς το όμορφο βλαχοχώρι της Πίνδου.